οχυρωτικός

οχυρωτικός
-ή, -ὁ (Α ὀχυρωτικός, -ή, -όν) [οχυρώ]
αυτός που συντελεί ή χρησιμεύει στην οχύρωση, οχυρωματικός
νεοελλ.
το θηλ. ως ουσ. η οχυρωτική
στρ. η στρατιωτική τέχνη και επιστήμη που έχει ως αντικείμενο την οργάνωση και την εκτέλεση τών οχυρωματικών έργων.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • οχυρωτικός — οχυρωτικός, ή, ό και οχυρωματικός, ή, ό 1. αυτός που αναφέρεται ή χρησιμεύει στην οχύρωση θέσης, τόπου: Οχυρωματικά έργα. 2. ως ουσ., οχυρωτική, η κλάδος της στρατιωτικής τέχνης για την οργάνωση και εκτέλεση οχυρώσεων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὀχυρωτικόν — ὀχυρωτικός serving to strengthen masc acc sg ὀχυρωτικός serving to strengthen neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πέλλα — I Πόλη στην περιοχή της αρχαίας Βοττιαίας, που την έκανε πρωτεύουσα των Μακεδόνων ο Αρχέλαος (413 399 π.Χ.). Υπήρξε έδρα του Φιλίππου και γενέτειρα του Αλεξάνδρου, απετέλεσε σπουδαίο κέντρο του ελληνισμού κατά την εποχή των διαδόχων, περιήλθε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”